Καπιταλιστική δημοκρατία ή εργατική εξουσία; Διδάγματα από το πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, του Greg Butterfield

Πηγή: Struggle La Lucha*

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του μεγάλου τμήματος του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, οι σοσιαλδημοκράτες και οι ρεβιζιονιστές του διεθνούς εργατικού κινήματος υποστηρίζουν ότι οι ιδέες της εξουσίας της εργατικής τάξης και της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι παρωχημένες. Λένε ότι οι παγκόσμιες εξελίξεις έχουν δείξει ότι η κοινωνική αλλαγή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εντός των ορίων της αστικής-δημοκρατικής πολιτικής. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο μοναδικός στόχος των προοδευτικών θα πρέπει να είναι η απόκτηση επιρροής στο εθνικό κοινοβούλιο ή το κογκρέσο και σε άλλους «δημοκρατικούς» θεσμούς.

Άλλο πραγμα είναι να χρησιμοποιούνται αυτά τα θεσμικά όργανα ως μέρος μιας συνολικής στρατηγικής -οι κομμουνιστές χρησιμοποιούν κάθε δυνατό μέσο για να προάγουν τον ταξικό αγώνα- και άλλο να βασιστούμε στους αστικούς θεσμούς ως το κύριο μέσο της κοινωνικής αλλαγής.

Οι επαναστάτες κομμουνιστές πρέπει να εκθέσουν αυτό τον συμβιβασμό με τον ιμπεριαλισμό.

Πολλές ομάδες και τάσεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα επιδιώκουν σήμερα την ανασυγκρότηση των επαναστατικών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Η τήρηση της αρχής της εξουσίας της εργατικής τάξης είναι μία από τις σημαντικότερες βάσεις για πραγματική ενότητα δράσης. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτή από όλους τους μαρξιστές-λενινιστές.

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που τίθεται έντονα το ζήτημα. Μάλιστα, έχει αναδυθεί σε κάθε πολιτική κρίση από την εποχή του Μαρξ ως κεντρικό σημείο του αγώνα μεταξύ των επαναστατικών προλεταριακών δυνάμεων και εκείνων που υποστηρίζουν τη μεταρρύθμιση του συστήματος μέσω ταξικής συνεργασίας με τα αφεντικά.

Μετά τη Ρωσική Επανάσταση, ήταν το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Το 1919, οι επαναστατικές εξελίξεις σάρωναν την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η επιλογή για εξουσία των εργαζομέων ή των καπιταλιστών δεν επρόκειτο απλώς για ζήτημα προσανατολισμού, αλλά για συγκεκριμένη δράση.

Εκείνο το έτος, αντιπρόσωποι από τα επαναστατικά κινήματα 22 χωρών συναντήθηκαν στη Μόσχα, πρωτεύουσα της Σοβιετικής Ρωσίας, για να ιδρύσουν την Κομμουνιστική Διεθνή. Στην κορυφή της ατζέντας του συνεδρίου βρισκόταν η συγκεκριένη δράση για να γίνει πραγματικότητα η εργατική εξουσία.

Αντίκτυπος της Επανάστασης των Μπολσεβίκων

Ο καπιταλισμός φαινόταν να βρίσκεται στα πρόθυρα θανάτου στην Ευρώπη μετά την καταστροφή που προκλήθηκε από τον πρώτο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914-1918. Οι ηγέτες των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κομμάτων εργαζομένων της Δεύτερης Διεθνούς τάχθηκαν με τις ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις τους στον πόλεμο, προδίδοντας τις μάζες εργαζομένων και αγροτών που πέθαναν στα πεδία μάχης.

Στην πρώην ρωσική αυτοκρατορία, το Κόμμα των Μπολσεβίκων εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που παρουσιάστηκε από έναν διαλυμένο αγροτικό στρατό και μαζικές εξεγέρσεις εργατών. Το Νοέμβριο του 1917, ηγήθηκε των εργατών του Petrograd, της Μόσχας και άλλων σημαντικών πόλεων στη κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Για πρώτη φορά, ένα πλήρες κράτος εργαζομένων, αν και υπανάπτυκτο και φτωχό, γεννήθηκε.

Ο Sam Marcy έγραψε για τη Σοβιετική Ρωσία, «Το νέο κράτος των εργατών είχε στις πλάτες του τρεις Ηράκλειες αποστολές άνευ προηγουμένου σε όλη την ιστορία του ταξικού αγώνα». Η μία ήταν να υπερασπιστεί το νέο εργατικό κράτος. Η άλλη ήταν να τεθούν τα σοσιαλιστικά οικονομικά θεμέλια και να αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Επιπλέον, είπε ο Marcy: «Είχε το καθήκον και την υποχρέωση να αναδιοργανώσει, σε επαναστατική βάση, την αριστερή πτέρυγα του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, να τη θέσει σε κομμουνιστική βάση, και να θέσει τα θεμέλια για μια νέα και επαναστατική Διεθνή. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι υποχρεώθηκαν από την αρχή όχι μόνο να δώσουν επαναστατική ηγεσία στο σπίτι τους, αλλά κατά κάποιο τρόπο να γίνουν το γενικό επιτελείο της παγκόσμιας επανάστασης που ήταν ορατή στον ορίζοντα, ειδικά στη Δυτική Ευρώπη και αργότερα στην Ανατολή, στην Κίνα.» (1)

Αυτό δεν ήταν μικρό έργο. Ειδικά για ένα κομμουνιστικό κόμμα το οποίο έπρεπε επίσης να κυβερνήσει μια γη που είχε πληγεί από τον πόλεμο, οπισθοδρομΗσε και εξαθλιώθηκε εν μέσω ιμπεριαλιστικής επίθεσης και εμφυλίου πολέμου. Ωστόσο, οι Μπολσεβίκοι ανταποκρίθηκαν σε αυτό το καθήκον.

Η τεράστια έκταση της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας ήταν από μόνη της μια εικονική Διεθνής. Εντός των συνόρων της υπήρχαν πάνω από 100 διαφορετικές εθνικότητες και εθνοτικές ομάδες σε πολλά διαφορετικά στάδια κοινωνικής ανάπτυξης.

Το πολυεθνικό κόμμα των Μπολσεβίκων το εξέφρασε αυτό. Οι τάξεις του περιελάμβαναν όχι μόνο Ρώσους αλλά Ουκρανούς, Πολωνούς, Ρουμάνους, Λευκορώσους, Γεωργιανούς, Ουζμπέκους, Καζάκους, Αζέροι, Αρμένιους, Τούρκους, Κινέζους, Κορεάτες, Εβραίους, Γερμανούς και πολλά άλλα. Σύντομα, επαναστατες εξόριστοι και αιχμάλωτοι πολέμου από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες κατατάχθηκαν στις τάξεις του.

Το 1922, τα έθνη της πρώην Ρωσικής αυτοκρατορίας ενώθηκαν για να ιδρύσουν την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.

Επαναστατικό κύμα

«Τα χρόνια αμέσως μετά τη Μεγάλη Σοσιαλιστική Επανάσταση του Οκτωβρη, η Ευρώπη ήταν ένα πραγματικό επαναστατικό καζάνι που βράζει», έγραψε ο Marcy. «Προλεταριακές εξεγέρσεις ξέσπασαν σε Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία, Βουλγαρία, σε κάποιο βαθμό στη Γαλλία και αργότερα στη Μεγάλη Βρετανία με τη μεγάλη γενική απεργία της» (2).

Σοβιετικα και εργατικά συμβούλια αυξήθηκαν αυθόρμητα σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, όπως Γερμανία, Αυστρία και Βρετανία. Οι εργαζόμενοι εξέλεξαν πολιτικούς εκπροσώπους από τα εργοστάσια και τα γραφεία για να τους εκπροσωπήσουν στα συμβούλια. Συχνά, στρατιώτες και ακόμα και χωρικοί δημιουργούν παρόμοια σώματα για να εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους εναντίον των αφεντικών και των ιδιοκτητών.

Η αύξηση των συμβουλίων των εργαζομένων αντανακλούσε μια προεπαναστατική κατάσταση. Η εξάπλωσή τους στις προηγμένες χώρες αντέκρουσε επίσης την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι σοβιετικοί ήταν ένα μοναδικό ρωσικό φαινόμενο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, «επιτροπές καταστημάτων, που χαιρετίστηκαν ως «μαχητικά δικαστήρια των μελών της ένωσης και μη μελών της εταιρείας», διαδόθηκαν στην αμερικανική βιομηχανία», σύμφωνα με τον ιστορικό Philip Foner. (3)

Η πρώτη Ρωσική Επανάσταση, το 1905, είχε προκαλέσει εθνικούς αγώνες απελευθέρωσης σε Κίνα και Τουρκία. Η μεταπολεμική κρίση ενίσχυσε σημαντικά αυτή την τάση. Καθώς ιδρύθηκε η Κομμουνιστική Διεθνής, επαναστάσεις κατά του βρετανικού ιμπεριαλισμού προέκυψαν στην Αίγυπτο και την Ινδία. Οι μαχητές της ελευθερίας της Αϊτής, υπό την ηγεσία του Charlemagne Peralte, πολεμούσαν για να διώξουν τις δυνάμεις κατοχής των ΗΠΑ από την πατρίδα τους στην Καραϊβική.

Στις περισσότερες χώρες, ωστόσο, δεν υπήρχαν πειθαρχημένα, επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα του τύπου Μπολσεβίκων. Μόνο αριστερές τάσεις υπήρχαν στα σοσιαλδημοκρατικά και συνδικαλιστικά κινήματα. Μεταξύ των λίγων κομμουνιστικών κομμάτων, τα περισσότερα ιδρύθηκαν μόνο στα τέλη του 1918.

Οι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς είχαν διεφθαρθεί τόσο πολύ που οι προσπάθειές τους κατευθύνονταν κυρίως προς τη διάσωση του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν υπήρχε ελπίδα ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν το προλεταριάτο στη νίκη.

Ο Λένιν και οι άλλοι επαναστάτες ηγέτες ήξεραν ότι υπήρχε μόνο μία λύση: Κομμουνιστικά κόμματα έπρεπει να οικοδομηθούν. Υπό τις κρίσιμες συνθήκες της στιγμής, χρειαζόταν μια παγκόσμια επαναστατική οργάνωση. Μια νέα διεθνής να ενώσει τις διάφορες αριστερές τάσεις και να σφυρηλατήσει μαχητικά κόμματα.

Αποκλεισμός της Σοβιετικής Ρωσίας

Κατά τη διάρκεια του 1918 και στις αρχές του 1919, η Σοβιετική Ρωσία και το Κόμμα των Μπολσεβίκων ήταν ουσιαστικά αποκομμένα από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Ιαπωνία και όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις, φοβούμενες τη σοσιαλιστική επανάσταση πολύ περισσότερο από όσο φοβόντουσαν ο ένας τον άλλο. Επέβαλε ιμπεριαλιστικό αποκλεισμό.

Η «καραντίνα» σήμαινε ότι η προπαγάνδα των Μπολσεβίκων έφτασε στην παγκόσμια εργατική τάξη μόνο σποραδικά. Οι καπιταλιστικές άρχουσες τάξεις και τα φερέφωνα τους διέδιδαν τα πιο απίστευτα και μοχθηρά επινοήματα για τη σοβιετική κυβέρνηση, με όχι μόνο αντιεργατικό, αλλά και ρατσιστικό και αντισημιτικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, η επιρροή της Ρωσικής Επανάστασης και των ηγετών της αυξήθηκε. Η Σοβιετική Ρωσία ήταν ένας φωτεινός φάρος ελπίδας για τους εργαζόμενους και τους καταπιεσμένους του κόσμου.

Η Σοβιετική Ρωσία προσέβλεπε σε μια επαναστατική εξέλιξη στις ιμπεριαλιστικές χώρες για να διασφαλίσει την επιβίωσή της και τη μέγιστη ικανότητα ανάπτυξης.

Ο Λένιν συχνά έθιγε αυτό το θέμα. Στο Όγδοο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) είπε: «Ζούμε όχι σε ένα μόνο κράτος, αλλά σε ένα σύστημα κρατών. Και είναι αδιανόητο η σοβιετική δημοκρατία να συνεχίσει να υπάρχει για μεγάλο χρονικό διάστημα δίπλα-δίπλα με ιμπεριαλιστικά κράτη. Τελικά, ο ένας ή ο άλλος πρέπει να νικήσει. Μέχρι να συμβεί αυτό, είναι αναπόφευκτες ορισμένες τρομερές συγκρούσεις μεταξύ της σοβιετικής δημοκρατίας και των αστικών κρατών» (4).

Έχοντας πάντα κατά νου αυτή την πραγματικότητα, οι Μπολσεβίκοι παρακολουθούσαν τις διεθνείς εξελίξεις με έντονο ενδιαφέρον.

Μεγάλη ποικιλία επαναστατικών τάσεων και ομάδων προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εκτός από τα κομμουνιστικά κόμματα και τις αριστερές σοσιαλιστικές ομάδες που έιχαν συμμαχήσει με τους Μπολσεβίκους, ο κατάλογος περιελάμβανε ομάδες όπως οι Σοσιαλιστές της Ιαπωνίας, δυνάμεις του γαλλικού συνδικαλιστικού κινήματος, τους Βιομηχανικούς Εργαζόμενους του Κόσμου στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Αυστραλία· και τις αριστερές δυνάμεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Αμερικής, υπό την ηγεσία του Eugene Debs. (5)

Η έκκληση έγινε επίσης προς καταπιεσμένες ομάδες εργαζομένων που ζουν στη Ρωσική Σοβιετική Δημοκρατία. Ο Λένιν ήταν αποφασισμένος ότι η Κομμουνιστική Διεθνής θα δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης και συνεργασίας με τους καταπιεσμένους λαούς.

Δεν ήταν εύκολο να φτάσει κανείς στη Μόσχα. Η αντικομμουνιστική καταστολή στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ εμπόδισε πολλές ομάδες να λάβουν καν την πρόσκληση. Ένας Γερμανός αντιπρόσωπος συνελήφθη πριν μπορέσει να φτάσει στη Σοβιετική Ρωσία. Δύο Ούγγροι αντιπρόσωποι καθυστέρησαν λόγω έντονων συγκρούσεων στην Ουκρανία. Άλλοι που πέτυχαν αντιμετώπισαν αναρίθμητους κινδύνους στην πορεία, μεταξύ των οποίων και ο ιμπεριαλιστικός στρατιωτικός αποκλεισμός.

Παρευρέθηκαν πενήντα ένας αντιπρόσωποι, εκπροσωπώντας 35 οργανώσεις σε 22 χώρες. Εννέα αντιπρόσωποι προέρχονταν από χώρες εκτός των συνόρων τη Ρωσία. Ευτυχώς, ορισμένες ομάδες είχαν τότε εκπροσώπους που ζούσαν στη Σοβιετική Ρωσία.

Παρευρέθηκαν αντιπρόσωποι για ψήφο και διαβούλευσεις από τις ακόλουθες χώρες: Αυστρία, Βρετανία, Βουλγαρία, Κίνα, Φινλανδία, Γαλλία, Τσεχοσλοβακία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ιράν, Κορέα, Κάτω Χώρες, Νορβηγία, Πολωνία, Ρουμανία, Σοβιετική Ρωσία, Σερβικό-Κροατικό-Σλοβενικό Βασίλειο, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία και Ηνωμένες Πολιτείες. Παρευρέθηκαν επίσης κομμουνιστικές οργανώσεις Αρμενίας, Αζερμπαϊτζάν, Εσθονίας, Γεωργίας, Λετονίας, Λιθουανίας, Λευκορωσία, Τουρκεστάν, Ουκρανίας και Γερμανών Βόλγα. (6)

Το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Μπολσεβίκοι) εκπροσωπήθηκε από τους κύριους ηγέτες του: V.I. Lenin, Leon Trotsky, Nikolai Bukharin, Grigory Zinoviev και G.V. Chicherin. Εκπρόσωπος ήταν και ο Σοβιετικός Επίτροπος Εθνικοτήτων Joseph Stalin, δίχως όμως συμμετοχή στο συνέδριο. Άλλοι διακεκριμένοι Μπολσεβίκοι, όπως η Αλεξάνδρα Κολλοντάι και ο Λεβ Καμένεφ, παρευρέθηκαν σε μερικές συνεδριάσεις. (7)

Το κρίσιμο ερώτημα

Υπήρχαν πολλά πολιτικά, ιδεολογικά, στρατηγικά και τακτικά ερωτήματα που χρειάζονταν διευκρίνιση στο επαναστατικό κίνημα. Αυτά κυμαίνονταν από την ανάγκη για ένα εξαιρετικά πειθαρχημένο επαναστατικό κόμμα έως τη σωστή μαρξιστική άποψη του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση.

Ο Λένιν το γνωριζε αυτό. Αλλά γνώριζε επίσης την οξύτητα της επαναστατικής κρίσης, που δεν έρχεται συχνά και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον σωστό τρόπο την κατάλληλη στιγμή. Συνεπώς, το επίκεντρο του συνεδρίου, και το θέμα του, ήταν να αποσαφηνίσει και να οξύνει την κατανόηση του χαρακτήρα και των μέσων της κατάσχεσης της εργατικής εξουσίας.

Στην πραγματικότητα, «η ιδέα η εργατική τάξη να κερδίσει την πολιτική εξουσία» ήταν κεντρική στις συζητήσεις και τα ψηφίσματα του Συνεδρίου.

«Οι αντιπρόσωποι κατέληξαν σε ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα, ότι μια νέα εποχή είχε ανοίξει με το θρίαμβο της Ρωσικής Επανάστασης και το επαναστατικό κύμα που είχε ξεσπάσει σε άλλες χώρες, «η εποχή της διάλυσης του καπιταλισμού, η εποχή της κομμουνιστικής επανάστασης του προλεταριάτου». Σύμφωνα με αυτό, ένα κεντρικό καθήκον ήταν: η εκγατάσταση του προλεταριάτου στην πολιτική εξουσία και τη διάλυση του αστικού κρατικού μηχανισμού, η αντιπαράθεση του σοβιετικού συστήματος με την αστική δημοκρατία. Ο δρόμος προς τη νίκη ήταν μέσω μαζικών αγώνων, προϋπόθεση των οποίων ήταν η ρήξη με τους άμεσους αντιπάλους της επανάστασης» στο κίνημα της εργατικής τάξης. (8)

Το συνέδριο ξεκίνησε το απόγευμα της 2ας Μαρτίου 1919. Ο Λένιν ξεκίνησε την πρώτη συνεδρίαση ζητώντας από τους αντιπροσώπους να αποτίσουν φόρο τιμής στους «καλύτερους εκπροσώπους της Τρίτης Διεθνούς»: Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ. (9) Αυτοί οι δύο ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας (Spartakusbund) δολοφονήθηκαν από την αστυνομία κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης στο Βερολίνο.

Στις εναρκτήριες παρατηρήσεις του, ο Λένιν έθιξε το βασικό θέμα των διαβουλεύσεων. «Η αστική τάξη είναι τρομοκρατημένη από το επαναστατικό κίνημα των εργαζομένων», ανέφερε.

«Δικτατορία του προλεταριάτου, μέχρι τώρα αυτές οι λέξεις ήταν άγνωστες στις μάζες, χάρη στην εξάπλωση των σοβιετικών σε όλο τον κόσμο, μεταφράστηκε σε όλες τις σύγχρονες γλώσσες. οι εργαζόμενοι βρήκαν μια συγκεκριμένη μορφή δικτατορίας. Η μάζα των εργαζομένων πλέον το κατανοεί χάρη στη σοβιετική δύναμη στη Ρωσία, χάρη στην Ένωση του Σπάρτακου στη Γερμανία, και σε παρόμοιες οργανώσεις σε άλλες χώρες, όπως, για παράδειγμα, οι επιτροπές καταστημάτων στη Βρετανία. Όλα αυτά δείχνουν ότι βρέθηκε μια επαναστατική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, ότι το προλεταριάτο είναι τώρα σε θέση να ασκήσει την εξουσία του.

«Αν και η αστική τάξη εξακολουθεί να μαίνεται, αν και μπορεί να σκοτώσει χιλιάδες περισσότερους εργαζομένους, η νίκη θα είναι δική μας, η νίκη της παγκόσμιας κομμουνιστικής επανάστασης είναι εξασφαλισμένη» (10).

Ο Λένιν ήταν πεπεισμένος, αφού άκουσε τις ομιλίες και συνομίλησε με τους αντιπροσώπους, ότι η σημασία του συστήματος των σοβιετικών δεν ήταν ακόμη ξεκάθαρη στις ευρείες μάζες των πολιτικά μορφωμένων γερμανών εργαζομένων, «επειδή έχουν εκπαιδευτεί στο πνεύμα του κοινοβουλευτικού συστήματος και εν μέσω αστικών προκαταλήψεων.» (11)

Αστική δημοκρατία εναντίον σοβιετικής εξουσίας

Η συζήτηση στο κίνημα των εργαζομένων σχετικά με το αν θα στηρίξουν μια κυβέρνηση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ή τα συμβούλια των εργαζομένων πήρε την πιο οξεία μορφή της στην ηττημένη Γερμανία.

Γερμανοί εργάτες ανέτρεψαν τη μοναρχία το Νοέμβριο του 1918. Στη θέση της, κυβέρνησε συνασπισμός δεξιών σοσιαλδημοκρατών και αστικών κομμάτων, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστό ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Αλλά η ύπαρξη ισχυρών εργατικών συμβουλίων έθεσε υπό αμφισβήτηση το ποιος θα κυβερνούσε.

Η νέα κυβέρνηση κατήγγειλε τα συμβούλια εργαζομένων και στρατιωτών ως αντιδημοκρατικά και αντ’ αυτού τάχθηκε υπέρ μιας συνταγματικής συνέλευσης. Οι σοσιαλδημοκρατες ηγέτες είπαν ότι με το να κερδίσουν απλά την πλειοψηφία στη συνέλευση, οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη νίκη της επανάστασης, ακόμη και του «σοσιαλισμού.» Γι’ αυτούς, η δημοκρατία ήταν αφηρημένη, χωρίς καμία ταξική βάση..

Οι επαναστατικές δυνάμεις, υπό την ηγεσία της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ, αρνήθηκαν κάτι τέτοιο. Επεσήμαναν τόσο τις διδαχές του Μαρξ και του Ενγκέλ όσο και τα διδάγματα της Ρωσικής Επανάστασης για να δείξουν ότι η εργατική τάξη πρέπει να αντισταθεί στην αστική κρατική μηχανή, να την συντρίψει και να οικοδομήσει αντ’ αυτού μια δημοκρατία συμβουλίων εργαζομένων, στρατιωτών και αγροτών. Έτσι θα μπορούσε να οικοδομηθεί ια πραγματική δημοκρατία για τους καταπιεσμένους.

Κεντριστές, όπως οι Ανεξάρτητοι Σοσιαλιστές του Καρλ Κάουτσκι, κυμαίνονταν μεταξύ των δύο θέσεων. Ο Κάουτσκι συνηγορεί υπέρ της κατανομής της εξουσίας μεταξύ των συμβουλίων των εργαζομένων και του αστικού κοινοβουλίου. Μια τέτοια συγχώνευση θα μπορούσε μόνο να καταστρέψει την τάξη ανεξαρτησίας των συμβουλίων· Ο Λένιν επεσήμανε ότι η άποψη αυτή αντανακλά «τη διάθεση των οπισθοδρομικών τμημάτων του γερμανικού προλεταριάτου.» (12)

Ο Λένιν απάντησε στην άποψη των σοσιαλδημοκρατών στις θέσεις του και υπέβαλε στο συνέδριο την έκθεση «Για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του Προλεταριάτου.» (13) Ήταν μια συγκεκριμένη, πρακτική και θεωρητική απάντηση σε όσους αντέτασσαν «γενικά τη δημοκρατία» απέναντι την εργατική εξουσία.

Η κομμουνιστική απάντηση

Οι θέσεις του Λένιν, βασισμένες στα διδάγματα της Ρωσικής Επανάστασης και της μεταπολεμικής κρίσης στην Ευρώπη, γενίκευσαν τις επαναστατικές ιδέες που ορίζονται στο κλασικό έργο του, «Το Κράτος και η Επανάσταση.»

«1. Αντιμέτωποι με την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος των εργαζομένων σε κάθε χώρα, η αστική τάξη και οι εκπρόσωποί της στις οργανώσεις των εργαζομένων προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν ιδεολογικά και πολιτικά επιχειρήματα για να υπερασπιστούν την κυριαρχία των εκμεταλλευτών. Μεταξύ αυτών των επιχειρημάτων, η καταδίκη της δικτατορίας και η υπεράσπιση της δημοκρατίας είναι ιδιαίτερα σημαντική.

«2. Αυτή η μη ταξική ή υπερ-ταξική παρουσίαση, η οποία υποτίθεται ότι είναι φιλολαϊκή, αποτελεί κατάφωρη παρωδία της βασικής νοοτροπίας του σοσιαλισμού, δηλαδή της θεωρίας του ταξικού αγώνα, την οποία οι Σοσιαλιστές που έχουν πάρει το μέρος της αστικής τάξης αναγνωρίζουν με τα λόγια αλλά αδιαφορούν στην πράξη. Διότι σε καμία καπιταλιστική χώρα δεν υπάρχει «δημοκρατία γενικά». Το μόνο που υπάρχει είναι η αστική δημοκρατία, και δεν πρόκειται για «δικτατορία γενικά», αλλά για τη δικτατορία της καταπιεσμένης τάξης, δηλαδή των προλετάριων, των καταπιεσμένων επί των εκμεταλευτών της, δηλαδή της αστικής τάξης, προκειμένου να ξεπεραστεί η αντίσταση που των εκμεταλλευτών στον αγώνα τους για τη διατήρηση της κυριαρχίας τους.

«3. Η ιστορία μας διδάσκει ότι καμία καταπιεσμένη τάξη δεν κατόρθωσε ποτέ, να αποκτήσει εξουσία χωρίς να περάσει μια περίοδο δικτατορίας, δηλαδή κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και αναγκαστικής καταστολή της αντίστασης που πάντα διεξήγαγαν οι εκμεταλλευτές. Μια αντίσταση που είναι πιο απελπιστική, πιο οργιώδης και που δεν σταματά σε τίποτα.

«4. Εξηγώντας την ταξική φύση του αστικού πολιτισμού, της αστικής δημοκρατίας και του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος, όλοι οι σοσιαλιστές εξέφρασαν την ιδέα που διατυπώθηκε με τη μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια από τους Marx και Engels, δηλαδή ότι η πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μηχανισμός για την καταστολή της εργατικής τάξης από την αστική τάξη, για την καταστολή των εργαζομένων από μια χούφτα καπιταλιστών. Δεν υπάρχει ούτε ένας επαναστάτης, ούτε ένας μαρξιστής μεταξύ αυτών που φωνάζουν τώρα κατά της δικτατορίας και υπερ της δημοκρατίας που δεν έχει ορκιστεί και ορκιστεί στους εργαζόμενους ότι αποδέχεται αυτή τη βασική αλήθεια του σοσιαλισμού. Αλλά τώρα, όταν το επαναστατικό προλεταριάτο βρίσκεται σε πολεμική διάθεση και αναλαμβάνει δράση για να καταστρέψει αυτό το μηχανισμό καταπίεσης και να καθιερώσει προλεταριακή δικτατορία, αυτοί οι προδότες του σοσιαλισμού ισχυρίζονται ότι η αστική τάξη έχει χορηγήσει στους εργαζόμενους «καθαρή δημοκρατία», έχουν εγκαταλείψει την αντίσταση και είναι έτοιμοι να παραδώσουν την πλειονότητα των εργαζομένων. …

«10. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος της περιόδου 1914-1918 αποκάλυψε οριστικά ακόμη και στους εργαζόμενους που υπέφεραν, την πραγματική φύση της αστικής δημοκρατίας, ακόμη και στις πιο ελεύθερες δημοκρατίες, ως δικτατορία της αστικής τάξης. Δεκάδες εκατομμύρια σκοτώθηκαν για χάρη του πλουτισμού της γερμανικής ή της βρετανικής ομάδας εκατομμυριούχων και πολυεκατομμυριούχων, και στις πιο ελεύθερες δημοκρατίες θεσπίστηκαν αστικές στρατιωτικές δικτατορίες. …

«Η προλεταριακή δικτατορία είναι απολύτως αναγκαία»

«12. Υπό αυτές τις συνθήκες, η προλεταριακή δικτατορία δεν είναι μόνο ένα απολύτως νόμιμο μέσο για την ανατροπή των εκμεταλλευτών και την καταστολή της αντίστασής τους, αλλά είναι επίσης απολύτως απαραίτητο για ολόκληρη τη μάζα των εργαζομένων, καθώς είναι η μόνη τους άμυνα κατά της αστικής δικτατορίας που οδήγησε στον πόλεμο και προετοιμάζει νέους πολέμους. Κάθε φορά που υπάρχει σοβαρή επιδείνωση της ταξικής διαμάχης που είναι εγγενής στην [καπιταλιστική] κοινωνία, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη εναλλακτική από τη δικτατορία της αστικής τάξης ή τη δικτατορία του προλεταριάτου. Τα όνειρα για κάποιον τρίτο δρόμο είναι αντιδραστικα, μικροαστικα κλαψουρίσματα.

«14. Η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της δικτατορίας του προλεταριάτου και της δικτατορίας άλλων τάξεων, της δικτατορία των φεουδαρχών στο Μεσαίωνα και της αστικής δικτατορίας σε όλες τις πολιτισμένες καπιταλιστικές χώρες, είναι το γεγονός ότι η δικτατορία των γαιοκτημόνων και της μπουρζουαζίας ήταν η βίαιη καταστολή της αντίστασης της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, δηλαδή των εργαζομενων. Αντιθέτως, η προλεταριακή δικτατορία είναι η βίαιη καταστολή της αντίστασης των εκμεταλλευτών, δηλαδή μιας ασήμαντης μειονότητας του πληθυσμού, των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών.

«Αυτό σημαίνει ότι η προλεταριακή δικτατορία πρέπει αναπόφευκτα να συνεπάγεται όχι μόνο μια αλλαγή στις δημοκρατικές μορφές και τους θεσμούς, γενικά, αλλά ακριβώς μια τέτοια αλλαγή που παρέχει μια απαράμιλλη επέκταση της πραγματικής απόλαυσης της δημοκρατίας από όσους καταπιέζονται από τον καπιταλισμό, των εκμεταλλευόμενων τάξεων. …

«16. Η παλαια, δηλαδή η αστικη δημοκρατία και το κοινοβουλευτικό σύστημα ήταν οργανωμένη έτσι που η μάζα των εργαζομένων ήταν εκείνη που παρέμενε πιο μακριά από τον μηχανισμό της κυβέρνησης. Η σοβιετική εξουσία, δηλαδή η δικτατορία του προλεταριάτου, από την άλλη πλευρά, είναι οργανωμένη έτσι ώστε να φέρει τους εργαζόμενους κοντά στον μηχανισμό της κυβέρνησης.»

Μόνο η σοβιετική εξουσία, η ταξική εξουσία των ενόπλων εργαζομένων, μπορεί να διαλύσει τις καταπιεστικές δυνάμεις του καπιταλιστικού κράτους και να διαλύσει το αστικό σύστημα. «Η καταστροφή της κρατικής εξουσίας είναι στόχος όλων των σοσιαλιστών, συμπεριλαμβανομένου του Μαρξ πάνω απ’ όλα. Η πραγματική δημοκρατία, δηλαδή η ελευθερία και η ισότητα, είναι ανέφικτες εάν δεν επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Αλλά το πρακτικό της επίτευγμα είναι δυνατό μόνο μέσω της σοβιετικής, ή προλεταριακής δημοκρατίας, διότι με την προσέλκυση των μαζικών οργανώσεων των εργαζομένων σε συνεχή και συνεχή συμμετοχή στη διοίκηση του κράτους, αρχίζει αμέσως να προετοιμάζεται ο πλήρης μαρασμός οποιουδήποτε κράτους.» (14)

Ο Λένιν καθόρισε τα κύρια καθήκοντα των κομμουνιστικών κομμάτων σε όλες τις χώρες όπου δεν είχαν ακόμα ιδρυθεί σοβιετικές κυβερνήσεις. Οι προτάσεις αυτές εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο με ψήφισμα:

«1. να εξηγήσουν στην ευρεία μάζα των εργαζομένων την ιστορική σημασία και την πολιτική και ιστορική αναγκαιότητα της νέας, προλεταριακής δημοκρατίας, η οποία πρέπει να αντικαταστήσει την αστική δημοκρατία και το κοινοβουλευτικό σύστημα·

«2. επέκταση της οργάνωσης των σοβιετ μεταξύ των εργαζομένων σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας, μεταξύ των στρατιωτών και των ναυτικών , καθώς και μεταξύ των εργατών και των φτωχών αγροτών·

«3. δημιουργία μιας σταθερής κομμουνιστικής πλειοψηφίας εντός των σοβιετ.» (15)

Το κομμουνιστικό συνέδριο ψήφισε επίσημα για τη δημιουργία της νέας Διεθνούς την τρίτη ημέρα των συνεδριάσεών του. Εγκρίθηκαν επίσης ψηφίσματα σχετικά με τη διεθνή κατάσταση και την πολιτική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, τη διάσκεψη των δεξιών και των κεντροσοσιαλδημοκρατών στη Βέρνη της Ελβετίας, την ανάγκη να οδηγηθούν οι γυναίκες εργαζόμενοι στον αγώνα για σοσιαλισμό και τον Λευκό Τρόμο της αστικής τάξης κατά των εργαζομένων και των αγροτών.

Οι εκπρόσωποι αναφέρθηκαν στην εξέλιξη του κινήματος των εργαζομένων στις χώρες τους. Για πρώτη φορά, διεθνής μαρξιστική συγκέντρωση άκουσε αναφορά στην κινεζική γλώσσα. (16)

Το δεύτερο κομμουνιστικό μανιφέστο

Το Μανιφέστο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με τίτλο «το δεύτερο Κομμουνιστικό Μανιφέστο», υπεγράφη από ηγετικούς αντιπροσώπους, συμπεριλαμβανομένου του Λένιν. Ο διοικητής του Κόκκινου Στρατού Leon Trotsky, ο οποίος συνέταξε το έγγραφο, το διάβασε στους αντιπροσώπους στις 5 Μαρτίου:

«Πριν από εβδομήντα δύο χρόνια, το Κομμουνιστικό Κόμμα διακήρυξε το πρόγραμμά του στον κόσμο με τη μορφή Μανιφέστου γραμμένου από τους μεγαλύτερους προλεταριακούς επαναστατες, Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς. Ακόμα και τότε ο κομμουνισμός μόλις μπήκε στην αρένα του αγώνα, αντιμετώπισε τις παγίδες, τα ψέματα, το μίσος και τις διώξεις των κυρίαρχων τάξεων που δίκαια ένιωσαν ως θανάσιμο εχθρό τους στον κομμουνισμό.

«Η ανάπτυξη του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια των τριών τετάρτων του αιώνα ακολούθησε περίπλοκους δρόμους: περιόδους απότομης πτώσης δίπλα με επιτυχίες και σκληρές ήττες. Αλλά ουσιαστικά το κίνημα προχώρησε στο δρόμο που προανέφερε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Η εποχή του τελικού, αποφασιστικού αγώνα ήρθε αργότερα από ό,τι περίμεναν και ήλπιζαν οι απόστολοι της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αλλά έχει έρθει.» (17)

Η Πλατφόρμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς συμπλήρωσε τη θεωρητική επισκόπηση του μανιφέστου. Περιέγραψε την ανάπτυξη του καπιταλισμού στο μονοπωλιακό στάδιο και τον τρόπο με τον οποίο άνοιξε την εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Και προσέφερε έναν οδηγό για τα καθήκοντα του επαναστατικού προλεταριάτου.

Στο τέλος του συνεδρίου, ο Λένιν παρατήρησε: «Ότι καταφέραμε να συγκεντρώσουμε παρά τις διώξεις και τις δυσκολίες που δημιούργησε η αστυνομία, ότι καταφέραμε χωρίς σοβαρές διαφορές και σε σύντομο χρονικό διάστημα να καταλήξουμε σε σημαντικές αποφάσεις για όλα τα ζωτικής σημασίας επείγοντα ζητήματα της σύγχρονης επαναστατικής εποχής, το χρωστάμε στο γεγονός ότι οι προλεταριακές μάζες ολόκληρου του κόσμου, με τις ενέργειές τους, έθεσαν αυτά τα ζητήματα στην πράξη και άρχισαν να τα αντιμετωπίζουν.

«Το μόνο που έπρεπε να κάνουμε εδώ είναι να καταγράψουμε τα οφέλη που έχουν ήδη κερδίσει οι λαοί στη διαδικασία του επαναστατικού αγώνα τους» (18).

Μετά το ιδρυτικό συνέδριο

Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να επιβεβαιωθεί η ανάγκη για την επαναστατική Διεθνή.

Δεκαέξι ημέρες μετά τη λήξη του συνεδρίου, ανακηρύχθηκε σοβιετική κυβέρνηση στην Ουγγαρία. Η διακήρυξη του Επαναστατικού Διοικητικού Συμβουλίου της Ουγγαρίας, που εκδόθηκε στις 22 Μαρτίου 1919, δήλωσε: «Σήμερα, το προλεταριάτο της Ουγγαρίας παίρνει όλη την εξουσία στα χέρια του. Η κατάρρευση του αστικού κόσμου και η χρεοκοπία του συνασπισμού [προηγούμενη κυβέρνηση] αναγκάζουν τους εργαζομένους και τους αγρότες να κάνουν αυτό το βήμα. Η καπιταλιστική παραγωγή έχει καταρρεύσει. Μόνο ο κομμουνισμός μπορεί να σώσει τη χώρα από την αναρχία» (19).

Στη Βιέννη της Αυστρίας, οι εργαζόμενοι χαιρέτησαν την είδηση με μια πορεία χιλιάδων μελών στους δρόμους. Φώναζαν, «Κάτω οι καπιταλιστές!» και κρατούσαν πανό που έλεγε, «Ζήτω η Δημοκρατία του Ουγγρικού Διοικητικού Συμβουλίου.» (20)

Σοβιετικές δημοκρατίες σύντομα ανακηρύχθηκαν στη Βαυαρία και τη Σλοβακία.

Αν και αυτές οι ηρωικές επαναστάσεις συνθλίφθηκαν, επιβεβαίωσαν και πάλι τον επαναστατικό χαρακτήρα της μεταπολεμικής εποχής και ιδιαίτερα την ανάγκη για σαφήνεια σε τόσο θεμελιώδη ζητήματα όπως ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους και η ανάγκη οι σοβιετικοί να είναι ανεξάρτητοι από τους αστικούς θεσμούς.

Ποτέ πριν οι εκμεταλλευτές δεν είχαν γνωρίσει τέτοιο φόβο. Η ανατροπή τους φαινόταν επικείμενη. Η καπιταλιστική τάξη ενίσχυσε την καταπίεση εναντίον οργανώσεων της εργατικής τάξης και καταπιεσμένων λαών.

Το ιδρυτικό συνέδριο έδωσε ισχυρή ώθηση στις επαναστατικές δυνάμεις σε κάθε χώρα. Παρείχε μια θεωρητική και πρακτική βάση για διαφορετικές τάσεις που θα ενώνονταν στα ενοποιημένα κομμουνιστικά κόμματα. Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το καλοκαίρι του 1920, εκπροσωπήθηκαν πάνω από 75 επαναστατικές οργανώσεις, από πολλές από τις καταπιεσμένες χώρες. (21)

Οι δυνάμεις αυτές κατασκεύασαν επίσης ισχυρά κινήματα «Κάτω τα χέρια από τη Σοβιετική Ρωσία» σε πολλές χώρες. «Το βασικό αίτημά, το οποίο προωθήθηκε συνεχώς σε συναντήσεις εργαζομένων και διαδηλώσεις, συνέδρια και συνέδρια, και στον προοδευτικό Τύπο, ήταν η άμεση διακοπή της στρατιωτικής στήριξης στη ρωσική αντεπανάσταση, καθώς και του οικονομικού αποκλεισμού και της ένοπλης επέμβασης» (22). Οι ηγέτες των Μπολσεβίκων αναγνώρισαν αυτό το κίνημα το οποίο βοήθησε τη νέα Σοβιετική δημοκρατία να επιβιώσει ένα από τα πιο δύσκολα χρόνια της.

Τελικά, η επαναστατική περίοδος υποχώρησε. Ο καπιταλισμός σταθεροποιήθηκε προσωρινά στις πλάτες των αποικιακών λαών. Αλλά τα πλούσια επαναστατικά μαθήματα αυτής της εποχής συνεχίζονται σήμερα.

Το πρώτο τεύχος της εφημερίδας Workers World, με ημερομηνία Μαρτίου 1959, ανέφερε: «Η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν πιθανότατα το πιο σημαντικό γεγονός στην μεταπολεμική επαναστατική εποχή που ακολούθησε το κύμα της μεγάλης σοσιαλιστικής Επανάστασης του Οκτωβρίου. Υπήρχε ως μια εξονυχιστική επαναστατική διεθνής μόνο για τα πρώτα τέσσερα συνέδρια, περίπου μέχρι το θάνατο του Λένιν. Αλλά ο αντίκτυπός της στο εργατικό κίνημα δεν έχει όμοιο στην ιστορία» (23).

Η ιστορία αποδεικνύει την ανάγκη για εξουσία των εργαζομένων

Όλη η ιστορία των ταξικών αγώνων από το 1919 αποδεικνύει την αναγκαιότητα της σοβιετικής εξουσίας και της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Στη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα, την Κούβα και άλλες χώρες με εξουσία των εργαζομένων, η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι λαοί κέρδισαν τεράστια οφέλη, όπως το δικαίωμα στην εργασία, την δωρεάν ποιοτική υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση. Τα εργατικά κράτη βοήθησαν και υποστήριξαν τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο. Όλα αυτά ήταν δυνατά μόνο μέσω της μεταφοράς της ιδιοκτησίας από την καπιταλιστική τάξη στην εργατική τάξη και την πολιτική εξουσία των καταπιεσμένων. Και επιτεύχθηκε υπό τη συνεχή απειλή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ειδικά των ΗΠΑ.

Αντιθέτως, υπάρχουν πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Δύσης, όπου προέκυψαν έντονες ταξικές διαμάχες αλλά δεν διεξήχθησαν υπό επαναστατική ηγεσία. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν κυβερνήσει το καπιταλιστικό σύστημα σε ορισμένες από αυτές τις χώρες. Ωστόσο, πουθενά δεν έχουν εξαλείψει τις μάστιγες της ανεργίας, του ρατσισμού και της φτώχειας που είναι ενσωματωμένες στο καπιταλιστικό σύστημα που μαστίζεται από την κρίση. Σήμερα, η άρχουσα τάξη εξαλείφει όλες τις παραχωρήσεις που κέρδισαν οι εργαζόμενοι και οι καταπιεσμένοι λαοί.

Σε χώρες, όπως η Ινδονησία και η Χιλή, φιλοσοσιαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να ασκήσουν εξουσία μέσω του αστικού κράτους. Δεν υποστήριξαν την ανάπτυξη συμβουλίων εργαζομένων ως ανεξάρτητων οργάνων προλεταριακής εξουσίας. Ούτε οπλισαν τις μάζες για να προετοιμαστούν για επαναστατική δράση. Και στις δύο περιπτώσεις, η αστική τάξη συνέθλιψε την κυβέρνηση και το εργατικό κίνημα και θέσπισε φασιστική τρομοκρατία.

«Η παγκόσμια ιστορία οδηγεί ανελέητα προς τη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά το κάνει με μονοπάτια που δεν είναι καθόλου ομαλό, απλό και ευθύ», έγραψε ο Λένιν στο περίφημο άρθρο του «Η τρίτη διεθνής και η θέση της στην ιστορία.» (24)

Σήμερα, ζούμε σε μια περίοδο αντίδρασης και οπισθοδρομήσεων. Αλλά δεν θα διαρκέσει για πάντα. Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα καλλιεργεί τους σπόρους που προκαλούν την πάλη των τάξεων να αναπτυχθει.

Μόνο μια ολόπλευρη σοσιαλιστική επανάσταση που θα τσακίσει την αστική τάξη και θα θέσει την κρατική εξουσία στα χέρια των εργαζομένων και των καταπιεσμέων μπορεί να συντρίψει την καπιταλιστική καταπίεση και να οικοδομήσει ένα σοσιαλιστικό μέλλον. Αυτή πρέπει να είναι η σαφής απάντηση των κομμουνιστών σε όσους προτρέπουν για συμφιλίωση με τη δικτατορία του κεφαλαίου.

Πηγές:

Marcy, Sam, “Eurocommunism: A new form of reformism,” pp. l-2.
Ibid, p. 46.
Foner, Philip, “History of the Labor Movement in the United States,” Vol. 8, p. l3.
Quoted in Carr, E.H. “The Bolshevik Revolution l9l7-I923,” Vol. 3, p. 115.
Trotsky, Leon, “Letter of Invitation to the First Congress of the Communist International,” in “The German Revolution and the Debate on Soviet Power,” pp. 450-1.
USSR Academy of Sciences and Institute of the International Working-Class Movement, “International Working-Class Movement: Problems of history and theory,” Vol.4, p. 266.
Riddell, John, ed., “Founding the Communist International,” p. 41.
USSR Academy, p. 267.
Lenin, V.I., “Collected Works,” Vol. 28, p. 455.
Ibid. pp. 455-6.
USSR Academy, p. 273.
Lenin, p. 469.
Ibid. pp. 457-74.
Ibid.
Ibid, p. 475.
Riddell, p. 204.
Trotsky, Leon, “The First Five Years of the Communist International,” Vol. I, p. 19.
Lenin, p. 476.
Daniels, Robert V., ed., “A Documentary History of Communism,” pp. 91-2.
Klingaman, William K., “1919: The year our world began,” pp. 191-2.
Riddell, John, ed., “Workers of the World and Oppressed Peoples Unite!,” Vol. 2, pp. 839-43.
USSR Academy, p. 343.
Workers World, Vol. I, No. l, March 1959.
Lenin, “Collected Works,” Vol. 29, p. 309.

*Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Liberation & Marxism, τον χειμόνα του 1994

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s